Κυριακή, 10 Μαΐου 2009 04:23

Μ' έναν γάτο στο κελί του για συντροφιά

Ενας τετράποδος φιλαράκος δίνει κουράγιο σε κρατούμενο στις φυλακές Κορυδαλλού.Ενας άνθρωπος μέσα στη φυλακή, αποκομμένος από τον έξω κόσμο. Καθημερινά, η ζωή του ένα ταξίδι αναμνήσεων. Βυθισμένος στις σκέψεις του, κάνει μια αναδρομή στη ζωή του. Το χθες μπερδεύεται με το σήμερα μέσα από εικόνες -κομμάτια- πρόσωπα από τη ζωή του.«Εδώ μέσα, ο καθένας μας και μια ιστορία, έτσι και εγώ έχω τη δικιά μου. Οταν πρωτομπήκα μου είπαν "κράτα γερά". Από τα κουρέλια ας φτιάξουμε λάβαρα. "Ξέρω πληγώθηκες αλλά ξύνοντας ακατάπαυστα την πληγή δεν κάνεις τίποτε άλλο παρά να την πλαταίνεις και να την βαθαίνεις περισσότερο και τότε αργεί πολύ να κλείσει" μου είπε μια μέρα ο ένας από τους 2 συγκρατούμενούς μου», λέει στην «Ε» ο υπόδικος, Ν. Μπ. κουρασμένος από την αναμονή, περιμένοντας να δικαστεί, αισθάνεται ανήσυχος, απογοητευμένος, αλλά προπάντων μετέωρος.
Ωσπου μια μέρα -φαινομενικά ίδια σαν όλες τις άλλες- βρήκε ένα πεινασμένο ασπρόμαυρο γατάκι που έτρεμε από τον φόβο του. Το πήρε στο κελί του. Του έδωσε γάλα και φαΐ. Ηπιε και έφαγε τόσο πολύ που φούσκωσε η κοιλιά του. Ετσι, το ονόμασε Μπάμπης ο κουμπαράς.

Από εκείνη την ημέρα το κελί του είναι και το δικό του σπίτι, δωμάτιο, είναι και ο δικός του χώρος, όπου τρώει και κοιμάται.

Ο Μπάμπης ο κουμπαράς ήταν ένα βασανισμένο περιπλανώμενο γατάκι που και εκείνο προσπαθούσε και συνεχίζει να προσπαθεί να επιβιώσει. «Πριν από μερικούς μήνες φτηνά την γλίτωσε από κλωτσιά στη μουσούδα του, έχασε όλα του τα μπροστινά δόντια, έσπασε ο μισός αριστερός κυνόδοντας, γι' αυτό κρατάει τα χείλη του κλειστά, γιατί του πέφτουν τα σάλια και είναι με την γλώσσα έξω. Ακόμη πονάει, μετέτρεψε τους τραπεζίτες και τους μασητήρες σε κοπτήρες. Ο πόνος δεν ψιθυρίζεται», μας λέει ο κρατούμενος.

«Κάθε πρωί, πριν ανοίξουν στις 7.30 τα κελιά, βγαίνει στον διάδρομο της ακτίνας και από εκεί, είτε από το παράθυρο, είτε από την πίσω πόρτα, πηγαίνει στο γήπεδο της ακτίνας, όπου προαυλιζόμαστε εμείς οι κρατούμενοι. Στις άκρες έχει χορταράκι και χαλίκια για την τουαλέτα του. Στην πάνω γωνία του προαυλίου μένει η Αφροδίτη, ο μεγάλος του έρωτας, σε κλουβί που της έχω φτιάξει. Εκεί υπάρχουν και 5 ή 6, πρώην δέντρα, που τώρα έχουν απομείνει μόνον οι τεράστιοι κορμοί, όπου ξύνει τα νυχάκια του. Η Αφροδίτη είναι τιγρέ και έχει χάσει το δεξιό της μάτι και όλο έγκυος είναι. Την ταΐζω και εγώ, αλλά και άλλοι κρατούμενοι», μας λέει.

Το κελί του δεν το μοιράζεται μόνο με τον Μπάμπη τον κουμπαρά και τους 2 συγκρατούμενούς του, αλλά και με άλλα γατάκια που έχει περιθάλψει - την Αφροδίτη, τον Μούργκο, τη Νατάσα, τον Σταχτή τον μεσοκομμένο, τον Αντώνη τον υπόγειο και το μικρό με την σπασμένη ουρά. «Εχω αγοράσει και βούρτσα και τα χτενίζω κάθε δεύτερη ημέρα», σημειώνει.

«Πολλά άλλα γατιά που ζούσαν εδώ, ο Αναστάσης ο κουτσός, ο Αργύρης ο σημαδεμένος, ο Στράτος ο Ζορό και η Ελένη η φυλακόβια χάθηκαν... Την ίδια τύχη θα είχαν και όλα τα δικά μου πια γατιά, αν δεν τα είχα πάρει στο κελί μου. Ολα τα ταΐζω και το βράδυ κοιμούνται όλα μαζί μέσα στο κουτί. Τον Μπάμπη τον παίρνω στο κρεβάτι μου τα βράδια. Του φωνάζω "Μπάμπη - έλα - πάμε - εδώ", χτυπώ με την παλάμη μου και πηδάει στην αγκαλιά μου. Κοιμάται κουλουριασμένος στα πόδια μου».

Ο κρατούμενος κάνει έκκληση μέσα από την εφημερίδα, «τουλάχιστον ο Μπάμπης και η Αφροδίτη, να βρεθεί κάποιος - κάποιοι να τα υιοθετήσουν, να εμβολιαστούν και να στειρωθεί το θηλυκό. Ή να κρατηθούν κάπου, με έξοδά μου, μέχρι να αποφυλακιστώ, για να τα πάρω μαζί μου».

Μεγάλωσε στην Ηπειρο και είχε πάντα ζώα: «Εκεί που ζούσα, όταν ήμουν έξω, έχω ένα άλογο, 3 γατιά, τον Μαρίτο, τον Ντίντι και την Καλυψώ. Εχω και 3 σκύλους, τον Μπατσούλι, τον Μπεν και τη Λίζα. Από το κινητό ακούω το γάβγισμά τους. Κάποιος φίλος μου φοράει ρούχα μου για να έχουν τη μυρωδιά μου. Μπορεί να μην έχουν φωνή αλλά είναι τόσα πολλά αυτά που σου λένε, μόνο και μόνο όταν σε κοιτούν, κουνώντας πέρα-δώθε την ουρά τους, προσπαθώντας να τρυπώσουν ανάμεσα στα πόδια σου, εκβιάζοντας για ένα σου χάδι. Οταν τα ακούς να γουργουρίζουν χαρούμενα γύρω σου, να απλώνουν τα μπροστινά τους πόδια, να σε αγκαλιάζουν και όταν χαδιάρικα κουρνιάζουν, κουλουριασμένα στην αγκαλιά σου, τότε τι άλλο να ζητήσω. Τι άλλο να πω, πιο απλό, πιο βαθύ, πιο μεγάλο. Σ' ευχαριστώ Θεέ μου».

πηγή: Ελευθεροτυπία